αιμοκαλλιέργεια


αιμοκαλλιέργεια
Μέθοδος άμεσης αναζήτησης μικροβίων του αίματος με τεχνητό πολλαπλασιασμό τους έξω από τον οργανισμό. Για τον σκοπό αυτό αναμειγνύουν το αίμα που πρόκειται να διερευνηθεί με κατάλληλο θρεπτικό υλικό και επιδιώκουν να γίνει επώαση σε συγκεκριμένη θερμοκρασία για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα. Οι μικροοργανισμοί που κυκλοφορούν στο αίμα των ασθενών σε μικροβιαιμία και αναπτύσσονται ευκολότερα στις α. είναι οι στρεπτόκοκκοι, η σαλμονέλα του τύφου και η βουκέλλα του μελιταίου, σπανιότερα δε το κολοβακτηρίδιο, ο γονόκοκκος, το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης, ο αιμόφιλος της γρίπης, η ψευδομονάδα και η κλεμπεσιέλα της πνευμονίας. Η α. πρέπει να γίνεται τις πρώτες μέρες της νόσου, πριν αναπτυχθούν οι αντιμικροβιακές ικανότητες του αίματος, που επηρεάζουν τη ζωτικότητα των μικροβίων και κάνουν δυσκολότερη την ανάπτυξή τους στο θρεπτικό υλικό. Μικροβιολογικό εργαστήριο για τη διενέργεια αιμοκαλλιέργειας.
* * *
η Ιατρ.
διαγνωστική μέθοδος για την ανίχνευση παθογόνων μικροοργανισμών στο αίμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση στα Ελληνικά ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ.. hemoculture, νόθο συνθ. < hemo- (< αίμα) + culture «καλλιέργεια»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αίμα — Ρευστός ιστός του οποίου τα στερεά κυτταρικά στοιχεία αιωρούνται σε μια ροώδη μεσοκυττάρια ουσία, που ονομάζεται πλάσμα. Κυκλοφορεί σε ένα σύστημα αγγείων, το κυκλοφορικό σύστημα, και αντιπροσωπεύει για τα ανώτερα ζώα το μέσο με το οποίο… …   Dictionary of Greek

  • σηψαιμία — (Ιατρ.). Παθολογική κατάσταση λοιμώδους φύσης, που αφορά ολόκληρο τον οργανισμό εξαιτίας γενικευμένης εισβολής μικρόβιων. Η σ. οφείλεται ή σε εξαιρετική λοιμογόνα δύναμη του υπεύθυνου μικρόβιου ή, συχνότερα, σε μείωση των αμυντικών δυνατοτήτων… …   Dictionary of Greek

  • τύφος ή τυφοειδής πυρετός — (Ιατρ.). Οξεία λοιμώδης νόσος, που κατά μέσο όρο διαρκεί 4 5 βδομάδες, με χαρακτήρα ενδημικό επιδημικό. Πρώτη φορά την περιέγραψαν το 1659. Τον υπεύθυνο λοιμώδη παράγοντα ανακάλυψε το 1880 ο Γερμανός γιατρός μικροβιολόγος Καρλ Γιόζεφ Έμπερτ… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.